χοντροκεφαλιά

χοντροκεφαλιά
η
1) тупость, тупоумие; 2) упрямство

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "χοντροκεφαλιά" в других словарях:

  • χοντροκεφαλιά — η, Ν [χοντροκέφαλος] 1. νωθρότητα τού μυαλού, αμβλύνοια, χαζομάρα 2. ισχυρογνωμοσύνη …   Dictionary of Greek

  • χοντροκεφαλιά — η 1. νωθρότητα του νου. 2. ισχυρογνωμοσύνη, σκληροκεφαλιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμβλύνοια — η [αμβλύνους] δυσχέρεια, νωθρότητα στη σκέψη, χοντροκεφαλιά (αντίθετα: οξύνοια, αγχίνοια) …   Dictionary of Greek

  • ξεροκεφαλιά — η [ξεροκέφαλος] 1. έλλειψη εξυπνάδας, νωθρότητα σκέψης, χοντροκεφαλιά 2. υπερβολικό πείσμα, ισχυρογνωμοσύνη …   Dictionary of Greek

  • αμβλύνοια — η χοντροκεφαλιά: Τον χαρακτήριζε πάντα αμβλύνοια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»